Κάστανααα…

Είμαστε στη καρδιά του χειμώνα, το τζάκι είναι αναμμένο και τα κάστανα ξεροψήνονται… Κυρίες, κύριοι, σας παρουσιάζουμε την επιχείρηση του μήνα: τον ταπεινό αλλά γραφικό καστανά. Ευχή μας, να μην χαθεί κι αυτός από τις γωνιές της Αθήνας μας.

«Όπως τα χελιδόνια φέρνουν την άνοιξιν, έτσι και το φθινόπωρον μας το φέρνουν οι καστανάδες.

Κατά το φθι-νόπωρο, το οποίον ονομάζεται έτσι, όπως λένε και οι καλαμπουριστάδες, διότι έχουν φθηνά αι οπώραι, από την ανάποδη δηλαδή, γιατί μια οκά ροδάκινα έχουν 365 δραχμές, μόνο τα κακόμοιρα τα κάστανα έχουν φθηνά. Όλα ακριβήνανε, όλα είνε φωτιά και λαύρα και μόνο τα κάστανα αποτελούνε εξαίρεσι…

-Κάστανα ζεστά… Ένα φράγκο πέντεεε. Στη φθήνεια παιδιά, φωνάζει ο πλανόδιος καστανάς με τα βρασμένα κάστανα.

-Πάρτε μαρόνια, κουκλίτσες. Κρητικά ωραία κάστανα, φωνάζει στη γωνιά ο άλλος καστανάς με τα ψημμένα κάστανα, ο οποίος τα δίνει δυό δραχμούλες έξη.

Και οι δυό τους, και ο με τα βρασμένα και ο με τα ψημμένα, έχουνε κεσάτια τρομερά και φοβερά. Γκίνια και νταλαβέρι μηδέν. Κανένας δεν αγοράζει κάστανα.

Είνε βραδάκι, σιγανοψιχαλίζει και είνε ώρα η σακκούλα με τα βρασμένα να πάη στο σπίτι και η φουφού με τα ψημμένα επίσης και νταλαβέρι δεν έχει γίνη τίποτα.

Μια γριούλα φαφούτα αγόρασε τρείς δεκάρες βρασμένα για τον καλό χρόνο κι’ ένας γέρος παληός έλυσε το κομπόδεμα, έβγαλε μετά φόβου Θεού μια δεκάρα του Όθωνα κι’ αγόρασε ένα κάστανο και το μασουλάει όλη την ημέρα.

Τα μαθητούδια της γειτονιάς, τα κοριτσόπουλα, η αρσακειάδες, τα μοδιστράκια που πέφτανε άλλοτε με τα μούτρα στο «καλάθι» και στη «φουφού» τώρα δεν καταδέχονται.

Τα μαθητούδια μαζεύουνε φράγκο-φράγκο τα ψιλά τους για να πάρουνε τσιγάρα και να πάνε να τα κοπανίσουνε στη ταβέρνα. Τα κοριτσόπουλα επίσης δεν καταδέχουνται τα κάστανα τα ψημμένα ή τα βρασμένα καθότι τα ψιλά τα βάζουνε στη μπάντα και πάνε το βραδάκι στου Ντορέ και στου Γιαννάκη και τρώνε «μαρόν γκλασέ»! Η μοδιστρούλα αντί για κάστανο την ώρα της δουλειάς μασσάει πούρο… και βράσε ρύζι. Ποιος λοιπόν να κάνη νταλαβέρι στα κάστανα;

Να ο καστανάς της γειτονιάς μου απογοητευμένος που μιλάει στο δουλικό του απέναντι σπιτιού:

-Ρε Κούλα, νάρθω απάνω να τα ψήσω μαζί σου; Εδώ μια βολά από τα χθές τα ψήνω μα δεν έχει βγή τίποτα!...

-Τον κακό σου τον καιρό, παληομόρτη! Του απαντάει η Κούλα.

Και ο καστανάς με παράπονο αναστενάζει ψιθυρίζοντας:

-Νάτα μας! Για κύττα πως μας κατάντησε η φτώχεια! Πού άλλες χρονιές; Τούμπες μας κάνανε τα δουλικά για ψήσιμο… Τώρα όμως;»  

«ΒΡΑΔΥΝΗ», 1930, «Ο Τζογές»