Πλατεία Εθνικής Αντίστασης (Κοτζιά)

Πλατεία Λουδοβίκου, Πλατεία Λαού, Πλατεία Ταχυδρομείου, Πλατεία Δημαρχείου, Πλατεία Κοτζιά, Πλατεία Εθνικής Αντίστασης… Δε γνωρίζω άλλη πλατεία της Αθήνας που ν’άλλαξε τόσα ονόματα!

Βέβαια την περίοδο που αναφερόμαστε στην Παλιά Αθήνα και ιδιαίτερα τα πρώτα Οθωνικά χρόνια, τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Δεν υπήρχε ούτε πλατεία, ούτε ίχνος ζωής, επομένως ούτε ονομασία! Η γύρω περιοχή ονομαζόταν «Βορεία Άκρα» και αποτελούσε το απόλυτα τελευταίο όριο της πόλης. Σαν βόρειο σύνορο της πόλης που «έβλεπε» μάλιστα προς την υπόλοιπη -κατεχόμενη από τους Τούρκους- Ελλάδα, ήταν αυτονόητο ότι φιλοξενούσε το στρατόπεδο του Πυροβολικού. Με τα 12 κανονάκια του, το στρατόπεδο δεν χρειάστηκε να δείξει τα δόντια στον εχθρό. Αποτελούσε όμως έναν αγαπημένο κυριακάτικο προορισμό περιπάτου για τους προγόνους μας.

Το πρώτο όνομά της, η πλατεία το πήρε από τον πατέρα του Όθωνα, Λουδοβίκο Α΄. Φυσικά το διατήρησε όσο χρόνο βασίλευε ο Όθωνας. Στο κέντρο της πλατείας, σε οικόπεδο που χάρισε στην πόλη ο αρχιτέκτονας Κλεάνθης, δημιουργήθηκε αργότερα ένας ωραίος κήπος που ονομάστηκε ο «Κήπος του Λαού».

Της πλατείας δέσποζε από ανέκαθεν το επιβλητικό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, που παραμένει αναλλοίωτο από το 1900. Την περίοδο του Όθωνα, συναντούσε κανείς εδώ δύο παρόμοια σχεδόν κτίσματα, που οικοδομήθηκαν τη δεκαετία του 1840. Αριστερά βρισκόταν η οικία Δομνάνδου και δεξιά το ξενοδοχείο «Αγγλία», του επιχειρηματία Φραγκίσκου Φεράλδη.

Το όνομα του τελευταίου συνδέθηκε το 1862 με την λειτουργία του εργοστασίου του, παραγωγής αεριόφωτος, το γνωστό μας «γκάζι». Για το ξενοδοχείο «Αγγλία», ο Τύπος έγραφε: «Το μεγαλοπρεπές τούτο κατάστημα, οικοδομηθέν επίτηδες διά ξενοδοχείον και ευπρεπισθέν διά νέων και πολυτελών επίπλων, σύγκειται εξ 70 δωματίων των πλείστων μεσημβρινών. Μαγειρική αρίστη. Υπηρεσία καλώς ωργανισμένη. Τιμαί μετριώταται. Εν τω καταστήματι ευρίσκονται διερμηνείς λαλούντες ευρωπαϊκάς γλώσσας». 

Το 1845, ο ιδρυτής της «Εθνικής» Γεώργιος Σταύρου αγόρασε την οικία Δομνάνδου, που πλέον στέγαζε το πρώτο τραπεζικό κατάστημα της απελευθερωμένης Ελλάδας. Το 1900 τα δύο κτίρια της πλατείας (ξενοδοχείο και αρχική έδρα της τράπεζας) ενοποιήθηκαν, στο ενιαίο κτίριο που θαυμάζουμε ακόμη και σήμερα.

Στην πλατεία και σχεδόν δίπλα από το ξενοδοχείο «Αγγλία», λειτουργούσε το ξενοδοχείο «Ανατολή», του Πολυζώη Πικόπουλου. Ο χρονογράφος της εποχής σημειώνει ότι μάλλον θα έπρεπε να ονομάζεται «Ξενοδοχείο των Αστέρων», αφού εκεί στεγαζόταν αρχικά το Αστεροσκοπείο της πόλης.

Το δεύτερο επιβλητικό κτίριο της πλατείας είναι το μέγαρο του μεγαλεμπόρου Βασιλείου Μελά, που οι παλιοί το ξέρουν σαν «Ταχυδρομείο». Κτίστηκε το 1874 και εθεωρείτο το μεγαλύτερο ιδιωτικό κτίριο της εποχής του. Φιλοξένησε το ξενοδοχείο «Grand Hotel d’ Athenes». Το 1881 λειτούργησε εδώ το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ενώ από το 1900 έως το 1973 ήταν το Κεντρικό Ταχυδρομείο Αθηνών. Από το 1974 λειτουργούν εδώ υπηρεσίες της Εθνικής Τράπεζας.

Το τρίτο επιβλητικό κτίριο ήταν το Δημοτικό Θέατρο. Με δωρεές του μεγάλου ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού ολοκληρώθηκε το 1886 και έτσι η Αθήνα απέκτησε το πρώτο αληθινό θέατρό της, με υπέροχη μάλιστα ακουστική. Μέχρι το 1938, που λειτουργούσε, εξασφάλιζε την πρόοδο στη θεατρική και την καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας. Το 1939 κατέπεσε και τον επόμενο χρόνο κατεδαφίστηκε. Διερωτάται βέβαια κανείς, πώς άφησαν ένα τόσο μεγαλοπρεπές οικοδόμημα να καταρρεύσει. Ίσως η περιρρέουσα αντίληψη σε κάποια δημόσια μυαλά ότι «τα θέατρα φέρουσι παρακμήν και ηθικήν κατάπτωσιν των λαών», να έπαιξε το ρόλο της!

Η όψη της πλατείας πρέπει να ήταν μετά το τέλος της Ρομαντικής Περιόδου (1880) ιδιαίτερα επιβλητική. Το Δημαρχείο της πόλης (1872), τα Δημόσια κτίρια, οι Τράπεζες, τα Ξενοδοχεία, η Δημόσια Αγορά πολύ κοντά, οι δύο κεντρικοί άξονες (της πόλης) Αιόλου και Αθηνάς, οι αφετηρίες  λεωφορείων και οι πιάτσες ταξί, τα εμπορικά καταστήματα, τα καφενεία και οι λοιποί χώροι κοινωνικής συνάθροισης, έδιναν στην πλατεία κάτι το μεγαλοπρεπές, ενώ η πολυκοσμία εξασφάλιζε ένα επιπλέον ζωντανό και θορυβώδες περιβάλλον.

Ζωντανό σήμα-κατατεθέν της πλατείας ήταν οι αμέτρητοι μικροπωλητές που έκαναν πιάτσα μπροστά στο Δημοτικό Θέατρο. Την περίοδο των Χριστουγέννων, στηνόντουσαν παντού πρόχειροι πάγκοι και δημιουργείτο το απόλυτο αδιαχώρητο. Με αυτούς τους μικροπωλητές θα κλείσουμε το σημείωμά μας, στην προσπάθειά μας να σας μεταφέρουμε, όσο πιο ζωντανά γίνεται, το κλίμα εκείνων των ημερών.

«Αφού δεν υπάρχει παράστασις μέσα εις το Δημοτικόν θέατρον, ο κόσμος θεατρίζεται απ’ έξω. Ολόκληρο το τετράγωνο του κτιρίου είνε γεμάτο από ζωντανά “νέα και περίεργα”:

»Ένας γεροντάκος απαγγέλλει εις δραματικόν τόνον παλαιάς σχολής: – Καθαρίζει κάθε στιγματισμόν... ελαίου, μελάνης, σάλτσας και οιανδήποτε λίγδαν!...

»Δίπλα, ένας άλλος τύπος προβαίνει εις σοβαράς ανακοινώσεις:

-Τα ευεργετικά αυτά έμπλαστρα θεραπεύουν την γρίππην, την πνευμονίαν, τον πλευρίτην, τους ρευματισμούς...

»Εις την “μπουτουνιέρα” του φέρει υπερηφάνως τη ροζέττα της “λεζιόν ντ’ ονέρ”!

-Με συγχωρείτε. Τι είν’ αυτό; Παράσημο;

-Αυτό είνε το βραβείον της Ιατρικής Ακαδημίας της Βιέννης, η οποία ανεγνώρισε τα έμπλαστρα ως κοσμοσωτήρια. Θεραπεύουν, κύριοι, κάθε πόνον, κάθε πάθος. Πάρετε να έχετε, για καλό και για κακό... 

-Σινέ μπαρλάν... Με πενήντα λεπτά σινέ μπαρλάν. Ομιλούσα και ηχητική. Εδώ, κύριοι, βλέπετε τον Χίτλερ αγορεύοντα...

»Πρόκειται περί του... παλαιού γνωστού “πανοράματος”, το οποίον όμως έχει συγχρονισθή και μεταβληθή εις “σινέ-μπαρλάν”! Με πενήντα λεπτά, ο θεατής παρακολουθεί ολόκληρον “φοξ-μούβιτον”: τον Χίτλερ αγορεύοντα, την Κηδείαν του βασιλέως της Αγγλίας, ένα στρατηγό καταθέτοντα στέφανον εις το μνημείον του Αγνώστου Στρατιώτου.

-Ποιος είν’ αυτός ο στρατηγός; ρωτάει ένας δεκαπενταετής θεατής.

-Άγνωστος, παιδί μου.

»Πολύ σωστόν. Άγνωστος ο Στρατιώτης, άγνωστος και ο Στρατηγός!

-Μα, δεν είνε ομιλούσα, ρε! Επιμένει ο σύντροφος του πρώτου θεατού.

»Ο... οπερατέρ εξανίσταται. 

-Εγώ ψέμματα δε λέω. Όταν πηγαίνετε στον κινηματογράφο, είνε ένας πίσω από το πανί και τα εξηγάει. Κι’ εδώ, την ώρα που κυττάζετε, σας εξηγάω τι βλέπετε. Πώς λοιπόν δεν είνε ομιλούσα;

»Ο άνθρωπος έχει δίκηο. Αλλά ο μικρός δεν συμφωνεί.

-Φέρ’ το πενηνταράκι πίσω, για θα φωνάξω πολισμάνο!

»Ο οπερατέρ, αντί άλλης απαντήσεως, του δίνει μια δυνατή κατραπακιά και έτσι η ταινία γίνεται και... ηχητική.  

»Και... έπεται συνέχεια: 

-Μαντήλια ολομέταξα τρεις δραχμές το ένα. Βλέπε, κόσμε, και παίρνε. Τρεις δραχμές το ένα. Τα χαρίζουμε, κύριοι, δεν τα πουλάμε. Τις τρεις δραχμές τις βάλαμε έτσι, για την αξιοπρέπεια του μαντηλιού!

-Γυαλιά χρωματιστά για τον ήλιο. Βλέπετε τον κόσμο πράσινο, βλέπετε τον κόσμο γαλάζιο. Έχουμε και μαύρα για να μη τον βλέπετε, αν τον συχαίνεσθε...

-Εδώ σφυρίχτρες που κελαδάνε σαν αηδόνια!

-Σίδερα για την τσάκιση των πανταλονιών.

-Βαφή τριχών... ανώδυνος! 

»Ένας τονίζει: 

-Το αλάνθαστον ξεμεθυστικόν. Με ολίγας σταγόνας σε ένα ποτήρι ύδατος, εξεμεθύσατε ευθύς!

-Εγώ δεν ξέρω τι να πιω για να μεθύσω, κι’ εσύ μου λες τι να πιω για να ξεμεθύσω; Μουρμουρίζει κατάπληκτος ένας κατακόκκινος ταβερνόβιος και κάνει το σταυρό του...»

(από την εφημερίδα «Έθνος», γράφουν οι ρεπόρτερ «Χ» και Δ. Κ. Ευαγγελίδης, 1936)

***

Μια που είμαστε μπροστά στο δημαρχείο της πόλης, ας πάρουμε μια γενική εικόνα της Παλιάς Αθήνας μέσα από το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ: «Αθήνα, μια Πόλη μαγική»
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000006818&tsz=0&autostart=0