Πειραιάς

Αν η Αθήνα ήταν τα πρώτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου ένα μεγάλο χωριό 2.000 κατοίκων, καταλαβαίνετε τι ήταν ο Πειραιάς. Ο περιηγητής Λουδοβίκος Ρος, σαν ζωγράφος που ήταν, μας δίνει μια παραστατική περιγραφή για τον Πειραιά του 1832:

«[...] και την 20ή Αυγούστου το εσπέρας καΐκιον με μετέφερεν εις Αθήνας. Ο περίφημος λιμήν του Πειραιώς ήτο εντελώς έρημος. Εν τη παραλία ευρίσκοντο τα ερείπια μοναστηρίου τινός [...] Τελωνειακοί τινές φύλακες Τούρκοι, καφφεπώλαι και ονηλάται κατώκουν εις καλύβας.

»Όστις εισέπλεε κατά το 1832 εις Πειραιά, εύρισκε κενόν τον ωραίον ευρύν λιμένα και έρημον και μόλις έβλεπε, εις την εσωτερικήν αυτού πλευράν, πτωχά τινά καΐκια. Αγκυροβολών τις πλησίον των, εξήρχετο εις την ξηράν επί των ώμων ναύτου τινός, καθ’ όσον ούτε προκυμαία ούτε κλίμαξ υπήρχεν ακόμη διευκολύνουσα την αποβίβασιν.

»Ενταύθα υπεδέχοντο αυτόν δωδεκάς ελεεινών, εκ χώματος και σανίδων, μάλλον συγκεκολλημέναι παρά εκτισμέναι καλύβαι. Έμπροσθεν μίας εξ αυτών εκάθηντο εν βαθεία σιωπή καπνίζοντες τσιμπούκι, κουρελιάρηδες Τούρκοι στρατιώται, ο τελώνης και οι φύλακες. 

»Μετά κόπου ο ταξειδιώτης εύρισκεν ίππον, όπως μεταφέρη αυτόν και τας αποσκευάς του, εις την πόλιν της Παλλάδος [...] Με βήμα βραδύ και επί οδού δυσβάτου και κατά τον χειμώνα σχεδόν βαλτώδους, εβάδιζεν ο ταξειδιώτης, ενίοτε έμπροσθεν πολλών προχωμάτων, προς τας Αθήνας, έβλεπε δε από του υψώματος της Αγίας Τριάδος, κατά πρώτον τον σωρόν των ερειπίων, άτινα έλαβον την θέσιν της πόλεως [...]».

Τα επόμενα χρόνια η Αθήνα άρχισε να ανοικοδομείται, έργα υποδομής ξεκίνησαν με γοργούς ρυθμούς να υλοποιούνται και φυσικά, έως έναν βαθμό, όλα αυτά συμπαρέσυραν και το λιμάνι. Τα μεγάλα ελληνικά λιμάνια με τη μεγαλύτερη εμπορική κίνηση ήταν εκείνες τις εποχές η Ερμούπολη της Σύρου και τα λιμάνια της Χίου και της Μυτιλήνης.

Ο Πειραιάς ήταν η μοναδική πύλη εισόδου των αγαθών που χρειαζόταν η πρωτεύουσα. Δεν είχαν άδικο οι Ρωμαίοι που την ονόμαζαν Athenarum portus. Από τη Βενετία έρχονταν είδη επίπλωσης, από το Παρίσι και τη Βιέννη είδη τέχνης και πολυτελείας, από τη Μασσαλία ό,τι καλύτερο δημιουργούσε η γαλλική βιομηχανία. Από την Οδησσό, από την Κωνσταντινούπολη, από τη Σμύρνη και από άλλα λιμάνια της Μεσογείου, έφταναν τα περιφημότερα είδη της γαστρονομίας σε τρόφιμα και ποτά. Ο πλούτος και η λεπτότητά τους προξενούσε κατάπληξη σε όλους. Οι ανάγκες της Αθήνας δημιουργούσαν εμπορικές και μεταφορικές δραστηριότητες που λειτουργούσαν υπέρ του επινείου της. Η κατασκευή της Διώρυγας της Κορίνθου, τα έργα της οποίας ξεκίνησαν το 1893, θα ολοκληρώσουν την ανάδειξη του Πειραιά σε πρώτο λιμάνι της χώρας.

Αλλά και η συγκοινωνιακή σύνδεση του Πειραιά με την Αθήνα ήταν πρωταρχικής σημασίας. Όπως διαβάσατε πιο πάνω άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και καμήλες ήταν το μόνο μέσο μεταφοράς ανθρώπων και φορτίων μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια, τα πρώτα Οθωνικά χρόνια. Το 1856, με την εποπτεία Γάλλων μηχανικών, ένας ακόμη κατασκευαστικός άθλος αποπερατώθηκε: η λιθόστρωση του δρόμου Αθήνας-Πειραιά!

Και επειδή, όπως λένε οι Γάλλοι, «l’ appétit vient en mangeant» τουτέστιν «τρώγοντας έρχεται η όρεξη», έγιναν σοβαρές σκέψεις να συνδεθούν οι δύο πόλεις «διά σιδηρού δρόμου», δηλαδή διά… σιδηροδρόμου. Ο μεν σιδηρόδρομος μπορεί να μη λειτούργησε παρά το 1869, αλλά το παρατσούκλι «σιδηρός δρόμος» κόλλησε στην Αθηνών-Πειραιώς. Η κυβέρνηση εν τω μεταξύ έσπευσε να παραχωρήσει σε Βαυαρό επιχειρηματία (!) το «προνόμιον της εκμεταλλεύσεως λεωφορειακής συγκοινωνίας μεταξύ Αθηνών και Πειραιώς».

Πράγματι, άρχισαν να κυκλοφορούν μεταξύ των δύο πόλεων ιπποκίνητα λεωφορεία, που εξυπηρετούσαν ζωτικής ανάγκης μετακινήσεις των Αθηναίων. Η αφετηρία των λεωφορείων αυτών ήταν στη γωνία Ερμού και Αιόλου και το τέρμα τους ήταν στο παζάρι του Πειραιά. Τα δρομολόγια ήταν τέσσερα. Στις 7 και στις 10 το πρωί, στις 2 και στις 4 το μεσημέρι. Το εισιτήριο ήταν 1 δραχμή και οι αποσκευές, που δεν έπρεπε να είναι ογκώδεις, στοιβάζονταν στη στέγη. Μεταφορά ζώων και κάπνισμα απαγορεύονταν.

Σύνδεση δια «σιδηρού δρόμου»

Στις 23 Φεβρουαρίου 1869, ξεκίνησε τα δρομολόγιά της η «Ανώνυμη Εταιρεία του απ’ Αθηνών εις Πειραιά Σιδηροδρόμου». Ένα κολοσσιαίο έργο που θα άλλαζε τη ζωή των κατοίκων ριζικά, είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία. Οι ατμάμαξες έφευγαν από το Θησείο και κατέβαιναν στον Πειραιά σε χρόνο που κυμαινόταν από 1 μέχρι και 2 1/2 ώρες! Η διαδρομή ήταν, με άλλα λόγια, αρκετά περιπετειώδης και περιλάμβανε αλλεπάλληλες στάσεις.

Στον γραφικό πύργο του σταθμού του Θησείου, ο σταθμάρχης με το τηλεσκόπιο στο ένα χέρι για να «κόβει κίνηση» και την πράσινη σημαία στο άλλο, έδινε το σινιάλο για να ξεκινήσει το τρένο. Τα τρένα ξεκινούσαν στις 6 το πρωί και μέχρι τις 7 το απόγευμα είχαν ολοκληρώσει τα 8, συνολικά, προβλεπόμενα δρομολόγια. Κάθε ατμάμαξα έσερνε εννιά βαγόνια με πρώτη θέση (εισιτήριο 1 δραχμής), δεύτερη (εισιτήριο 75 λεπτών) και τρίτη θέση, παρακαλώ (εισιτήριο 45 λεπτών)! Η διάκριση των τάξεων σε όλο της το μεγαλείο...

Σημαντικά γεγονότα αλλάζουν το μεταφορικό σκηνικό της Αθήνας κατά την Belle Époque: Το 1882 τελείωσε ο σταθμός στον Πειραιά και φτιάχτηκαν πρόχειροι σταθμοί στο Φάληρο και το Μοσχάτο. Η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται. Το 1895 επεκτείνεται ο σιδηρόδρομος Αθηνών-Πειραιώς από το Θησείο στο Μοναστηράκι και διαμορφώνεται υπόγεια σήραγγα που θα φτάσει σιγά-σιγά από το Μοναστηράκι μέχρι τη Λυκούργου, κοντά στην Ομόνοια. Αργότερα (1930), στην ίδια την πλατεία! Το 1904, ηλεκτροδοτείται όλη η γραμμή –που εντωμεταξύ είχε γίνει διπλή– και ο ατμοκίνητος σιδηρόδρομος γίνεται πλέον ο «ηλεκτρικός» που ξέρουμε. Το τρένο τώρα σταματούσε συχνότερα, αφού συν τοις άλλοις καίγονταν και οι ασφάλειες! Οι Αθηναίοι έδωσαν αμέσως παρατσούκλι στον ηλεκτρικό: «ο Σταμάτης».

Θαλάσσιες κυριακάτικες εκδρομές

Μια που είμαστε στον Πειραιά και είναι Κυριακή, ας κάνουμε μια νοερή εκδρομούλα με τον ρεπόρτερ του «Ελεύθερου Λόγου». Βρισκόμαστε πια στον Μεσοπόλεμο, το 1924:

«Καθιερώθησαν, εθεσπίσθησαν αι θαλάσσιαι εκδρομαί της Κυριακής. Εάν αμφιβάλλετε δεν έχετε παρά να κατέλθετε μια Κυριακή πρωί εις τον Πειραιά και θα βεβαιωθήτε ασφαλώς περί των λεγομένων μου. Υπάρχει μάλιστα και κίνδυνος μέσα εις τον ίλιγγον της κινήσεως, ενώπιον της οποίας θα ευρεθήτε, να εμπλακήτε και να παρασυρθήτε από καμμιά συντροφιά εις ακουσίαν εκδρομήν εις μίαν από τας πολλάς εσχάτως  εκμαιευθείσας λουτροπόλεις!

»Το πρωινό αχνογάλαζο σύθαμπο που έχει ανάγκη μόνον από το σεκοντάρισμα του μουσικώτατου νανουρίσματος του κύματος ταράσσουν βάρβαρα, εξωφρενικά, νέο-ελληνοπρεπέστατα, αι φωναί, τα ουρλιάσματα, τα χαριτολογήματα! οι διαπληκτισμοί, αι φιλοφρονήσεις! των βαρκάρηδων, των αχθοφόρων, των εφοπλιστών, διότι πας κάτοχος μαούνας μετετράπη σήμερον εις εφοπλιστή.

»Λούστροι, κουλουρτζήδες, νεροπωλητές νομίζετε ότι διέφυγον τας αιθούσας φρενοκομείου και μεταβλήθησαν εν ακαρεί εις εμβριθείς επιχειρηματίας μεγάλων υποθέσεων.
»Βάρκες, βαράκια, ψαροπούλες, καΐκια, μπρίκια ενετικής εποχής, γολέτες, μπρατσέρες, ατμάκατοι, κατά λάθος ατμόπλοια, φορτηγίδες και όλα τα πλεούμενα κατά Καρκαβίτσαν, έχουν μεταβληθή ως δια μαγείας εις ηλεκτροφώτιστα ταχύπλοα, πολυτελείας ατμόπλοια! πανέτοιμα δια να μεταφέρουν τους ανυπομονούντας εκδρομείς εις τα παραθαλάσσια προάστεια.

-Εδώ φεύγομεν κύριος για τη Σαλαμίνα. Άλλος για την Αίγινα. Εδώ ο «Σιδηρούς Δουξ» φεύγη για το Καματερό και τα Παλούκια. «Σιδηρούς Δουξ» τιτλοφορείται βενζίνη μεταφέρουσα όλας τα ημέρας της εβδομάδος ψάρια με ταχύτητα μιλλίου και την Κυριακήν εκδρομείς Αθηναίους.

-Άλλος για το «Λαύριο» μου φωνάζει ένας γερο-θαλασσόλυκος με φωνή «Σαλιάπιν». Φεύγομεν κύριος με το εξπέ.

»Μέσα εις αυτό το πανδαιμόνιον, εις τη κοσμοχαλασιά, εις την πλημμύραν αυτήν του ανθρωποσυνωστισμού, βρίσκεται ξαφνικά ο υποφαινόμενος, γνήσιος Χριστιανός Ορθόδοξος, μη μεμυημένος εις την κατάστασιν αυτήν, ούτε από θεωρητικής καν απόψεως.

»Κινούμαι ώσπερ αερόστατον προσβληθέν αιφνιδίως υπό αγρίας τραμουντάνας και προσπαθώ να ανακαλύψω τους συνεκδρομείς μου, αναπτύσσων την όρασίν μου και ιχνηλατών ώσπερ λαγωνικόν τα πάντα. Η συντροφιά όμως ουδαμού αποκαλύπτεται.

»Βαρκούλες φρέσκες, πεταχτές, μεταφέρουν κυρίες σοβαρές, ντυμένες με σκούρα και συνοδευόμενες από κανένα περισπούδαστον κύριον, η τσάκισις του πανταλονιού του οποίου αποτελεί υψίστην φροντίδα. Δεσποινίδες σαν ελαφροκίνητα ζαρκάδια με καλαθάκια, τσαντούλες, πολύχρωμα καπελίνα και κομψούς καβαλιέρους, με κούκους εκδρομής και τα απαραίτητα κονιάκ.

»Την οικογένειαν αποτελουμένην από την μαμά άγουσαν αισίως τον εξηκοστόν, επιθυμούσα όμως να φαίνεται μόλις 35, τον πατέρα ένα αφρικανόν ιπποπόταμον, ο οποίος στενάζει σαν παλαιόν δημαρχιακόν κάρρον, από το φορτίον των καλαθιών, των κουβερτών και όλων των συνέργων της εκδρομής και έτερους δώδεκα γόνους θήλεις και άρεννας πάσης ηλικίας, οι οποίοι αλληλοκρατούμενοι αποτελούν στίχον ουχί ευκαταφρόνητον.

»Παιδάκια αγουροξυπνημένα, κλαίνε, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, ξεφωνίζουν. Σκυλλάκια, γατάκια, γαυγίζουν, νιαουρίζουν μελοδραματικώς, δίποδα διαπληκτίζονται, σφυρίχτρες ορύονται, ατμόπλοια εξατμίζουν, κλάξον σκούζουν, πριμάτσες τρίζουν, τα άρμενα τινάζονται και απλώνουν τους όγκους των σαν τεράστιοι λευκοί γλάροι, μηχανές δοκιμάζονται, έλικες κάνουν μερικές στροφές και σκορπούν μερικές λευκές τούφες αφρών και εν γένει νομίζετε ότι ευρίσκεσθε προ γενικής του σύμπαντος εξεγέρσεως ή των προμηνυμάτων της συντέλειας του αιώνος.

»Επιχειρήσατε λοιπόν τώρα να ανακαλύψετε την συντροφιάν σας εις αυτό το ήρεμον περιβάλλον! Περιττόν να σας είπω, ότι δεν εξευρέθη και απεφάσισα, δια να απαλλαγώ από την κόλασιν αυτήν, να ακολουθήσω δύο άλλους φίλους, απωλέσαντας τα έτερά των ήμισυ… Η απελπισία και η απόγνωσις είχε επιθέσει ζωηρότατα την σφραγίδα της εις τα πρόσωπά των…»

Ναυτιλία κύριοι...

Ας αφήσουμε τις βαρκούλες και ας περάσουμε στα μεγάλα πλοία. Στο λιμάνι του Πειραιά είμαστε στο κάτω-κάτω και το ημερολόγιο έχει σταματήσει στο 1910. Γράφει ο «Ριπ» στη «Νέα Ημέρα»: 

«Επτά Έλληνες -γράφε Ανατολίται- και τρεις Ευρωπαίοι ετρώγαμε προ αρκετών ημερών εις το εστιατόριον ελληνικού ατμοπλοίου, το οποίον είχε τούτο το παράδοξον, ότι αποτελεί αυτό και μόνον μία ατμοπλοϊκήν εταιρείαν, ήτις παρουσιάζει πάλιν αυτό το εξαιρετικόν, ότι δεν έχει εταίρους, αλλ'ανήκει αποκλειστικώς εις ένα κύριον, με τον οποίον επίσης συμβαίνει τούτο το παράδοξον, ότι αυτός ο ίδιος είνε διευθυντής της εταιρείας, ταμίας και πλοίαρχος του ατμοπλοίου.

»Δι'ο και κατείχε την τιμητικήν θέσιν εις το τραπέζι, με την μύτην χωμένην εις το πιάτο και το ναυτικό κασκέτο μέχρις αυτιών. Δεν εννοώ να κατηγορήσω τον άνθρωπον δι'αυτήν την λεπτομέρειαν. Απ'εναντίας, καθ'ην στιγμήν ερρόφα την σούπαν του, περιεργαζόμην με θαυμασμόν ένα γνήσιον αντιπρόσωπον του ελληνικού δαιμονίου. Διότι, μα την αλήθειαν, δεν είνε διόλου μικρόν πράγμα να διασχίζης δις της εβδομάδας το Αιγαίον πέλαγος, να ξυραφίζης όλα τα παράλια της Μικράς Ασίας και να συναγωνίζεσαι την εταιρείαν Λόυδ, φορτώνων τριακοσίους και πολλάκις τετρακοσίους επιβάτας εις ένα πλοιάριον, με το οποίον κάθε λογικός άνθρωπος μόλις και μετά βίας θα εταξίδευε μέχρι Βουλιαγμένης...

»Αυτό το θαύμα δεν είνε εντελώς ανεξήγητον. Οι επιβάται του είνε ως επί το πλείστον μάρτυρες της Εθνικής Ιδέας. Οι αγαθοί Έλληνες της Μικράς Ασίας προτιμούν να θαλασσοπνίγονται και να φθάνουν ημιθανείς εις τον Πειραιά, παρά να ταξιδέψουν με ξένα πλοία.

»Κατόπιν έρχονται τα θύματα της σχετικής ευθηνίας των ναύλων. Τρεις ή πέντε δραχμαί ολιγώτεραι είνε πάντοτε κάτι τι δια τους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν με το σημειωματάριον εις το χέρι.

»Υπάρχει ακόμη και μια τρίτη κατηγορία. Τα θύματα των πομπωδών δρομολογίων. Το μέγα ταχύπλουν, ηλεκτροφώτιστον ατμόπλοιον "Κολοσσός" κτλ. κτλ.. Μετ'ολίγον βλέπετε εις τον λιμένα μίαν ατμάκατον αλλ'είνε πλέον αργά. Έχετε αγοράσει το εισιτήριόν σας. Επιβιβάζεσθε και ευρίσκεσθε μεταξύ αγέλης προβάτων, τα οποία λιπαίνουν αφθόνως το κατάστρωμα. Μόλις αρχίσετε να πλέετε, αποκαλύπτεται και το μέγα μυστικόν της ταχύτητος. Εξ έως επτά μίλια την ώραν. Και ταξιδεύομεν εις το Αιγαίο, ύψιστε Κύριε!

»Ιδού δια ποιον λόγον ετρώγαμε μόνον επτά εις το τραπέζι, ενώ είχαν δηλώσει δια το πρόγευμα εικοσιδύο επιβάται. Οι άλλοι δεκαπέντε, κυρίαι ως επί το πλείστον, είχαν κλειδωθεί ερμητικώς εις της καμπίνες των, από τας οποίας μας έφθαναν διαρκώς γόοι, αναστεναγμοί, ολολυγμοί και θρήνοι.

-Ωραίον ορεκτικόν, κύριε πλοίαρχε!

-Αυτά έχει η θάλασσα.

-Ποια θάλασσα; Έξω δεν υπάρχει τρικυμία. Ένας ελαφρότατος νοτιάς. Τρικυμία υπάρχει μόνον εδώ μέσα, όταν έχετε φυσικά ένα πλοίο μικρό, παλαιότατον και βραδύτατον.
Η παραμικροτέρα πνοή το κατρακυλά.

»Ο κ.πλοίαρχος εκάρφωσε με το πηρούνι του ολίγην κάπαρην και δεν μου απήντησε.

»Εβγήκα να κάμω τον περίπατόν μου εις το κατάστρωμα. Δια να διασκεδάσω μίαν ελαφράν ζάλην ήρχισα να μετρώ τα σωσίβια. Δώδεκα εν όλω. Υπήρχον ακόμη τρεις μικρές βάρκες. Εις ώραν ανάγκης θα μπορούσαν να χωρέσουν μόλις πενήντα επιβάτας. Και οι άλλοι; Με κατέλαβε πραγματικόν ρίγος εις την σκέψιν ενδεχομένου κινδύνου. Συνήντησα τον κ.πλοίαρχον, ο οποίος εκάπνιζε με την συνείδησιν ήσυχον το τσιγαράκι του εις την γέφυραν.

-Πόσα σωσίβια έχετε;

-Να, όσα βλέπετε.

-Αυτά τα δώδεκα;

-Αυτά τα δώδεκα.

-Κι'αυτές της τρεις βάρκες;

-Μάλιστα.

-Και αν αίφνης βουλιάξουμε;

-Κουνηθήτε από τον τόπο σας βρε αδερφέ! Αυτά κάθεσθε και σκέπτεσθε;

-Γιατί όχι κ.πλοίαρχε; Θάλασσα είνε αυτή. Έχετε κάμει κανένα συμβόλαιο μαζύ της; Γελάτε; Τόσο παράξενα σας φαίνονται αυτά που σας λέω; Εις άλλας χώρας το κράτος θα σας είχε αρπάξει από τον γιακά και θα σας είχε πείσει εντός εικοσιτεσσάρων ωρών, ότι οι άνθρωποι δεν είνε μύιγες δια ν'αποφασίζετε περί αυτών με την ελαφροτέραν συνείδησιν του κόσμου.

»Ο κ.πλοίαρχος εξακολουθεί να γελά με την καρδιά του...»

Πάμε μαζί μια τελευταία βόλτα στα παλιά του Πειραιά: